Ήταν Ιούλης!
Η ζέστη ανυπόφορη.
Οι τοίχοι του σπιτιού είχαν πάρει φωτιά.
Το κλιματιστικό για μένα ανυπόφορο
δεν μπορώ να ζήσω με κλειστά παράθυρα.
Πνίγομαι!
Το μπαλκόνι βράζει…
Πήρα την ψάθα μου και κατέβηκα στη θάλασσα.
Την άπλωσα στη σκιά ενός πεύκου.
Άφησα τα πόδια μου μέσα στο νερό
και προσπάθησα να βρω λίγη δροσιά.
Αποκοιμήθηκα νιώθοντας σε όλο το κορμί
το ομορφότερο ερωτικό χάδι.
Δροσερό…Πιστό…αφοσιωμένο.
Ένα χάδι που δεν θα σε προδώσει ποτέ.
Κάποιος ζηλιάρη… άτακτος… τζίτζικας με ξύπνησε
από το όμορφο ταξίδι εκείνο το καυτό
μεσημέρι του καλοκαιριού!