Πάντα μου άρεσε
να κατεβαίνω μόνη
με το πρώτο χάραμα
στην ακροθαλασσιά.
Να μαζεύω ποικιλόχρωμα κοχύλια
ξυπόλυτη στην άμμο την υγρή
κάνοντας όνειρα τρελά
για σήμερα…για αύριο…
Ηταν εκείνο το πρωινό
που σε είδα να έρχεσαι
μ’ εκείνο το ανάλαφρο
να κατεβαίνω μόνη
με το πρώτο χάραμα
στην ακροθαλασσιά.
Να μαζεύω ποικιλόχρωμα κοχύλια
ξυπόλυτη στην άμμο την υγρή
κάνοντας όνειρα τρελά
για σήμερα…για αύριο…
Ηταν εκείνο το πρωινό
που σε είδα να έρχεσαι
μ’ εκείνο το ανάλαφρο
χαρούμενο βηματισμό σου.
Ηταν εκείνο το πρωινό
που πήρες ξαφνικά το χέρι μου
μέσα στη μεγάλη σου παλάμη
και μου’ πες:- «Σ’αγαπώ»!
Το πήρε γρήγορα το κύμα
και χάθηκε κάπου εκεί...
στον απέραντο γαλάζιο ωκεανό!
Ρ.Β.
μέσα στη μεγάλη σου παλάμη
και μου’ πες:- «Σ’αγαπώ»!
Το πήρε γρήγορα το κύμα
και χάθηκε κάπου εκεί...
στον απέραντο γαλάζιο ωκεανό!
Ρ.Β.





