Σηκώνω χρόνια μόνη
το βάρος του σπιτιού στην πλάτη μου.
Ετσι είναι όποιος μένει τελευταίος.
Οι μνήμες φορτώνουν ψυχή και σώμα.
Σιγή επικρατεί παντού.
Αδεια δωμάτια, άδεια κρεβάτια
κι ένα τραπέζι στρωμένο πρόχειρα
ένα μοναδικό πιάτο, ένα ποτήρι, μια καρέκλα.
Ποιος μπορεί να το αντέξει;
Ο καφές πίνεται με παρέα
γι' αυτό ξεχνάς συχνά
να βάλεις το μπρίκι στη φωτιά.
Ξεχνάς να φας
χάνεις το χρόνο και το ευατό σου.
Ζεις στο σπίτι παρέα με φαντάσματα.
Με μυρωδιές παράξενες.
Αναρωτιέσαι...
Φορούν οι νεκροί αρώματα;
Το σπίτι δεν ανανεώθηκε
δεν ήρθαν καινούριες ψυχές
να συμπληρώσουν το κενό.
Δεν αντέχω πια ν' ακούω
τα βήματά μου, τους θορύβους μου.
Θα φύγω...δεν ξέρω
αν θα ξαναγυρίσω.
Θα βγω να δω το φεγγάρι
να ζητήσω τη συντροφιά του.
Να το κοιτάξω κατάματα
και να του ψιθυρίσω
"είμαι εδώ, δώσε μου λίγο από το φως σου"!