Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013



Μολυβιά σύννεφα
σκέπασαν απειλητικά τον ουρανό.
Η θάλασσα σκοτείνιασε
έχασε το γαλάζιο της
σε δευτερόλεπτα σηκώθηκαν
τεράστια κύματα που έσπαγαν
με δύναμη στον βράχο
όπου είχα από καιρό κτίσει την κρυψώνα μου.

Εδώ θα μείνω είπα κοιτάζοντας τον ουρανό.
Αστραπές φώτιζαν το δειλινό
και οι βροντές θαρρείς και τράνταζαν
τη φωλιά μου, στο νεροφάγωμα του βράχου.

Κοίταξα από ψηλά τα κύματα.
- Εδώ θα πνίξω όλα εκείνα τα όνειρα
που έχουν σαπίσει από καιρό.
Να μην έρχονται και ξανάρχονται
τη νύχτα να με βασανίζουν.

Το ξημέρωμα με βρήκε μουσκεμένη ν’ αγναντεύω
την ήρεμη πια θάλασσα, μετανιωμένη θαρρείς
για το κακό που προκάλεσε
σε φτωχούς θαλασσοδαρμένους ναυτικούς
να γλυκοχαϊδεύει την μουσκεμένη άμμο.


Ρ.Β.






Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Το πιάνο



Οσο τα χρόνια κυλούν
τόσο ξαναγυρνάς στα παιδικά σου χρόνια.
Ητανε χρόνια δύσκολα
μεγαλώσαμε με στερήσεις.
Όλα τα παιδικά μας όνειρα
σβήνανε το ένα μετά το άλλο.
Κρυώναμε, γνωρίσαμε τη στέρηση
αλλά υπήρχε μια ελπίδα
ότι μια μέρα θα διώξουμε
τον Γερμανό κατακτητή.

Σήμερα ξαναζούμε τη στέρηση
χωρίς ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Από παιδί λάτρεψα τη μουσική
ήθελα να μάθω πιάνο
αλλά το ν’ αποκτήσεις πιάνο
ήταν μακρινό όνειρο.
Θυμάμαι για παρηγοριά
μου αγόρασαν μια φυσαρμόνικα.
Επαιζα όλη μέρα τα τραγούδια
της μακρινής εκείνης δύσκολης
μα όμορφης εποχής…

Σήμερα η φυσαρμόνικα
έχει ξεχαστεί πάνω σ’ ένα πιάνο
πολύ παλιό, χαρισμένο με αγάπη
από μια θεία μου που έφυγε…
και που διασώθηκε από την καταστροφή της Σμύρνης.
Κατάφερα να μάθω πιάνο στα πενήντα μου.
Δεν μπόρεσα να κάνω το όνειρο πραγματικότητα.
Τα χέρια δεν κατάφεραν να νικήσουν τη θέληση.


Ρ.Β.







Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012




Θυμάσαι;
Ηταν φεγγαρόφωτο
μου έδωσες το χέρι
και μου ψιθύρισες γλυκά στ’ αυτί.
-Σ’ αγαπώ!
-Ελα να πετάξουμε
εκεί ψηλά στ’ αστέρια
σε ένα ταξίδι μαγικό
δίχως σταθμούς  και πίκρες.

-Κανείς δε θα μπορεί
να μας χωρίσει
παρά μονάχα ο θάνατος.
Σου έδωσα το χέρι
σου χάρισα την καρδιά μου
χωρίς κανένα δισταγμό
για ένα ταξίδι στα δύσκολα
μονοπάτια της ζωής.
Μα εσύ…
Στο πρώτο δύσβατο μονοπάτι
άφησες το χέρι μου
και χάθηκες σε πυκνή ομίχλη.

Και τώρα ολομόναχη
φωνάζω τ’ όνομά σου
γιατί φεύγοντας
ξέχασες να επιστρέψεις
την φτωχή καρδιά μου.

Χριστούγεννα σήμερα.
Πώς να μη ξυπνήσουν θύμησες.
Αν και στον απατημένο έρωτα
είναι καλλίτερα να μη ξυπνούν οι μνήμες.


Ρ.Β.




Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012




Σε κόσμους ψεύτικους
μα συχνά ονειρικούς
με οδηγούσαν
τα παιδικά μου όνειρα.

Αλλοτε πάλι με καταδίωκαν
σε μέρη σκοτεινά
που μόνο φόβο προκαλούσαν
στην παιδική μου την ψυχή.

Μουσκεμένα όνειρα
πάνω στο μαξιλάρι μου.

Πίσω από μισάνοιχτες χαραμάδες
ανακάλυπτα τον κόσμο γύρω μου.
Ένα κόσμο ψεύτικο
μπογιατισμένο σε λευκή σελίδα
με παιδικές νερομπογιές.

Κατάρρευσε σαν χάρτινος  πύργος
ο παιδικός μου κόσμος
όταν αντίκρισα κατάματα
για πρώτη φορά τη ζωή.


Ρ.Β.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012



ΕΣΥ νόμιζες


πως είναι ο έρωτας παιχνίδι.

Είναι μαχαίρι κοφτερό

σε πληγώνει τόσο βαθιά

που γιατρειά δεν έχει.



ΕΣΥ δεν έμαθες ποτέ

πως είναι πληγή που αιμορραγεί

κι ας λένε πως ο χρόνος

γιατρεύει όλες τις πληγές

όσο βαθιές κι αν είναι.



ΕΣΥ έμαθες μόνο να παίζεις

χωρίς να ρίξεις πίσω μια ματιά

να δεις πως κάποια ψυχή

πονά και θα πονά

ως που να ξεψυχήσει.



Εκείνο που θέλω από σε.

Να με θυμάσαι…έτσι όπως με γνώρισες.

Ένα κορίτσι ξέγνοιαστο…ρομαντικό…

σε μια ακροθαλασσιά κάτω από το φως του φεγγαριού

με συντροφιά το κύμα.

Κι αν μάθεις ότι έχω φύγει απ’ τη ζωή

έλα ν’ αφήσεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

να με συντροφεύει στο ταξίδι

που δεν έχει επιστροφή.


Ρ.Β.








Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012




Στη μάνα μου
που έφυγε σαν σήμερα….1/12/1997.

Κράτησα το φουστάνι σου
για να μη χάσω μαζί με σε και τη μυρωδιά σου.
Κάθε που νιώθω μόνη κι ορφανή
παίρνω αγκαλιά το φουστάνι σου
κι αποκοιμιέμαι σαν μικρό παιδί
στη μητρική αγκαλιά σου.
Ξέρω πως δε θα σε ξαναδώ.
Ξέρω πως όλα τελειώνουνε εδώ.
Ξέρω πως η ζωή δεν είναι παρά ένα ψέμα.
Μα εσύ, όσο υπάρχω ακόμα εγώ
θα ζεις μέσα από τη θύμησή μου.

Ρ.Β.

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012






Χάραμα!
Οι πρώτες ηλιαχτίδες
γλιστρούσαν ανάμεσα
από τις σπασμένες γρίλιες
φωτίζοντας το δωμάτιο αχνά.
Ανοιξα τα μάτια... Σ’ έψαξα…
Δεν ήσουν πλάι μου.

Σε φώναξα …
Απάντηση δεν πήρα.
Εφυγες  αθόρυβα
αφήνοντας πίσω σου
την πόρτα ανοιχτή.

Αρνήθηκα πεισματικά
να την κλείσω οριστικά.

Προτίμησα να κλειστώ
στο δικό μου όστρακο
με συντροφιά τραγούδια του ωκεανού.
Να μεθώ με τη μυρωδιά της θάλασσας
σ'ένα απέρανο ταξίδι
δίχως επιστροφή.


Ρ.Β.