Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Νυχτώνει.



Πόσο γρήγορα νυχτώνει!
Αβάσταχτο το βάρος στην ψυχή την ώρα τούτη!
Οι τοίχοι γεμίζουν φωτοσκιάσεις
σε τρομάζουν καθώς κινούνται θαρρείς
κατά πάνω σου απειλητικά.

Αλήθειες και ψέματα χαραγμένα
σε όλους τους τοίχους του σπιτιού.

Σβήνεις το φως και βυθίζεσαι στο σκοτάδι.
Οι σκέψεις σε βασανίζουν τυραννικά.
Η μοναξιά δεν βοηθά την ώρα τούτη.
Πρέπει να  καταφέρεις να τα βρεις
με τον ίδιο τον εαυτό σου.
Και είναι δύσκολο…τόσο δύσκολο….
Πίστεψέ με… Αν με νοιώθεις!

Ρ.Β.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Ναυαγός



Δεν ξέρω πότε. Δεν ξέρω γιατί.
Βρέθηκα ναυαγός ζωής σε μια βάρκα
ολομόναχη στον ωκεανό χωρίς σημάδι
βοήθειας …χωρίς ελπίδα διάσωσης.

Το γαλάζιο μαζί με την ελπίδα
έχουν χαθεί από καιρό.
Ο ουρανός έχασε το χρώμα του
μαύρα σύννεφα έχουν σκεπάσει
τον ήλιο…τ’ αστέρια …το φεγγάρι.

Σε λίγο θα ξεσπάσει καταιγίδα.
Δεν ξέρω αν πελώρια κύματα
με παρασύρουν στο βυθό.
Το βλέμμα μου χάνεται στο βάθος του ορίζοντα
κανένα πλοίο βοήθειας δεν διακρίνεται.

Το τέλος πλησιάζει απειλητικά.


Ρ.Β.

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013





Πόσες μα πόσες μαργαρίτες
δεν έχω μαδήσει στη ζωή μου.
Μ’ αγαπά… δε μ’ αγαπά…
Πάντα μου απαντούσε -Σ’ αγαπά!

Εγώ μαδούσα μαργαρίτες
κι εσύ μαδούσες την καρδιά μου.
Τόσο σιγά…τόσο μεθοδικά…
που δεν ένιωθα τον πόνο
που μου προκαλούσες.

Μάζευα η ανόητη τα κοτσάνια
για να μετρώ πόσες φορές
μου απαντούσε :-Σ’αγαπά!
Ένα συννεφιασμένο πρωινό
φοβήθηκες την ίδια τη ζωή.
Και έφυγες σαν κλέφτης μέσα στη βροχή.

Μάζεψα τα κοτσάνια
τα πέταξα στα λασπόνερα
και έκλεισα την πόρτα πίσω σου.

Ρ.Β.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013



Μολυβιά σύννεφα
σκέπασαν απειλητικά τον ουρανό.
Η θάλασσα σκοτείνιασε
έχασε το γαλάζιο της
σε δευτερόλεπτα σηκώθηκαν
τεράστια κύματα που έσπαγαν
με δύναμη στον βράχο
όπου είχα από καιρό κτίσει την κρυψώνα μου.

Εδώ θα μείνω είπα κοιτάζοντας τον ουρανό.
Αστραπές φώτιζαν το δειλινό
και οι βροντές θαρρείς και τράνταζαν
τη φωλιά μου, στο νεροφάγωμα του βράχου.

Κοίταξα από ψηλά τα κύματα.
- Εδώ θα πνίξω όλα εκείνα τα όνειρα
που έχουν σαπίσει από καιρό.
Να μην έρχονται και ξανάρχονται
τη νύχτα να με βασανίζουν.

Το ξημέρωμα με βρήκε μουσκεμένη ν’ αγναντεύω
την ήρεμη πια θάλασσα, μετανιωμένη θαρρείς
για το κακό που προκάλεσε
σε φτωχούς θαλασσοδαρμένους ναυτικούς
να γλυκοχαϊδεύει την μουσκεμένη άμμο.


Ρ.Β.