Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Βροχή.


Ηταν μια μέρα βροχερή.
Ο ουρανός σκόρπιζε τα δάκρυά του
στη διψασμένη γη.
Αφησες την πόρτα ανοιχτή
να μπαίνει το αγιάζι
και χάθηκες σαν κλέφτης
δίχως μιλιά μέσα στο σκοτάδι.

Εκλεισα την πόρτα
έψαξα για τα κλειδιά
και βρέθηκα μονάχη.
Αύριο θα ψάξω σε κάθε απόκρυφη γωνιά
να σβήσω κάθε ίχνος σου.
Να σβήσω τη μυρωδιά που άφησες
πάνω στο σεντόνι και στο μαξιλάρι σου
να μη ξυπνώ τη νύχτα ν’ αγγίξω το κορμί σου.

Ρ.Β.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Απόβραδο!


Απόβραδο!
Το φεγγάρι είχε ρίξει τις πρώτες του ακτίνες
στα ήρεμα νερά του Ιονίου!
Μια κιθάρα σιγοντάριζε από μακριά
το κύμα που έσπαγε ήρεμα στη χρυσαφένια άμμο.
Χαμένοι στο γκρίζο τοπίο μέναμε σιωπηλοί…
ήταν εκείνη τη στιγμή που είπαμε τα ομορφότερα λόγια.

Η σιωπή είναι χρυσός!

Δεν είμαι πια εκείνο το χαρούμενο κορίτσι.
Ο χρόνος άφησε σημάδια ανεξίτηλα
στο σώμα…στην ψυχή…
Ο,τι αγαπούσα σε τούτη τη ζωή έχει χαθεί.
Μόνο πόνος φυτρώνει καθημερινά
σαν αγκάθια που τρυπούν βαθιά και σε ματώνουν.

Η μοναξιά καθημερινή συντροφιά!
Νιώθω πολλές φορές όταν κλείνω το απόβραδο τις γρίλιες
πως ίσως μείνουν κλειστές χωρίς αύριο
και χαθώ για πάντα στο σκοτάδι!

Ρ.Β.



Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Το παλτό.




Καθίσαμε αμίλητοι
στη βεράντα μπροστά στον πικρό σκέτο
που συνηθίζαμε να παίρνουμε στη βεράντα
χαμογελαστοί και γεμάτοι κέφι για ζωή.

Ο ουρανός γκρίζος, γεμάτος σύννεφα
προμήνυε την καταιγίδα που ερχόταν απειλητική.
Ηπιες τον καφέ σου, άφησες τα κλειδί στο τραπέζι
άνοιξες την πόρτα και έφυγες δίχως εξήγηση καμία.

Ξέχασες όμως το παλτό σου στην κρεμάστρα.
Πως θα ζήσω εγώ με ένα άδειο φλιτζάνι του καφέ
ένα άψυχο παλτό να κρέμεται για να μου θυμίζει εσένα
και μια πόρτα κλειστή για πάντα πίσω σου.

Εριξα μια ματιά πίσω από τις κλειστές γρίλιες.
Μαύρα σύννεφα
έγλειφαν απειλητικά τις βουνοκορφές.
Αστραπές φώτιζαν στο βάθος τις πλαγιές.
Εκλεισα τις γρίλιες και χάθηκα στο σκοτάδι
του έρημου πια σπιτιού μου.

Ρ.Β.


.