Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013



Σε όλη μου τη ζωή
ταξίδεψα σε δύο θάλασσες.
Η μία ήταν ήρεμη…γαλήνια…
Ταξίδευα με γνώμονα τη λογική.

Η άλλη ήταν άγρια… τρικυμισμένη…
ταξίδευα επικίνδυνα
με φόβο να χαθώ για πάντα.
Μπορώ όμως να πω πως ήταν
οι ωραιότερες μέρες της ζωής μου.

Η ζωή χωρίς ρίσκο δεν έχει νόημα κανένα.

Σε απόκρημνα βράχια μπορεί να τσάκισα
τόσα και τόσα όνειρα μα όσο σκέφτομαι
ότι θα ταξιδεύουν σε θάλασσες γαλάζιες
η ψυχή μου γεμίζει γαλήνη κι ομορφιά.

Ρ.Β.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013



Σαν δροσερή αύρα
πέρασε η σκιά σου
και με άγγιξε…απαλά… τόσο απαλά
που κράτησα τα βλέφαρα κλειστά
μη και χαθεί το όνειρο.

Το φως του φεγγαριού
τρύπωσε από τις γρίλιες
για να φωτίσει το ξεχασμένο πρόσωπό σου
έτσι όπως σε πρωτογνώρισα.

Ένα αγόρι γελαστό…χαρούμενο…
μα τόσο επιπόλαιο!
Ηξερε να χαρίζει όμορφες στιγμές
αλίμονο…εφήμερες!

Ρ.Β.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013



Ποια χρόνια να μετρήσω
αυτά που έζησα ή αυτά που χαράμισα.
Οποια κι αν μέτρησα, όποια κι αν ξεφύλλισα
ανεκπλήρωτα όνειρα συνάντησα.

Κάποια μοίρα έσβηνε ύπουλα… αθόρυβα…
και τις μικρότερες χαρές της ζωής.

Τώρα λατρεύω να κοιτάζω τον ήλιο.
Την ώρα που ετοιμάζεται να βουτήξει
στα γκριζωπά νερά της θάλασσας
περιμένοντας μια καινούρια μέρα.
Ισως πιο τυχερή, πιο ηλιόλουστη από την χθεσινή.

Ρ.Β.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013



Πόσο μας άρεσε να μαζεύουμε κοχύλια.
Χειμώνα…Καλοκαίρι…
Αφού τις περισσότερες ελεύθερες ώρες
μας άρεσε να τις περνάμε στην ακροθαλασσιά.

Το απόβραδο περιμέναμε να γεμίσει
ο ουρανός αστέρια που λαμπύριζαν
σαν διαμαντένιες καρφίτσες
γύρω από ένα ολόγιομο φεγγάρι.

Πόσα όνειρα δεν κλείσαμε
στα κοχύλια που μαζεύαμε!
Φλερτάροντας κάτω από το βελούδινο στερέωμα
μαζεύαμε όνειρα και όστρακα
που φάνταζαν αληθινά στο  φως του φεγγαριού.

Ονειρα που έμειναν ερμητικά κλεισμένα
σε κοχύλια όπως στα παραμύθια!

Ρ.Β.





Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013



Ένα ατέλειωτο τούνελ η ζωή μας.
Οσο μακρύ και σκοτεινό σου έταξε
η μοίρα να’ ναι…Μόνος…Ολομόναχος…
πρέπει να το διαβείς…
Ψάχνοντας να’ βρεις τ’ αστέρι σου
που θα σ’ οδηγήσει στην έξοδο…στο φως.

Δεν ξέρω εγώ δεν τα κατάφερα
όσο κι αν προσπάθησα διέξοδο δε βρήκα.
Ο δρόμος μίκρυνε πολύ
μα έγινε πιο σκοτεινός, χωρίς ελπίδα διαφυγής.

Τ’ αστέρια χάθηκαν…ο ήλιος δεν λάμπει πια.
Πώς θα μπορέσω την έξοδο στα σκοτεινά να βρω
ψηλαφώντας μούχλα …αράχνες… και υγρασία
να σου τρυπά τα κόκαλα ως το μεδούλι.


Ρ.Β.